Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

Η ΠΑΛΗ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ


Πάνω από όλους τους θορύβους του κόσμου, αν ξέρομε να ακούμε, το νόημα των πραγμάτων μας θέτει ερωτήματα. Περισσότερο παρά ποτέ η ανθρώπινη ύπαρξη συνεπάγεται μιαν απάντηση αναπόφευκτης σαφήνειας, θέτει την μόνη σοβαρή ερώτηση που θα μπορούσε να απευθυνθεί σε κάθε άνθρωπο. Πέρα από κάθε κατηχητική φιλολογία ή προπαγάνδα, στο επίπεδο της συνειδήσεως ξεγυμνωμένης από κάθε προκατάληψη, ο πιστός άνθρωπος του 20ου αιώνος καλείται να πει:
 τι είναι Θεός; και ο άθεος άνθρωπος, ο αρνητής, να καθορίσει ποιο είναι το αντικείμενο της αρνήσεώς του.
      

Η ερώτηση ξαφνιάζει και αν η απάντηση αργεί να έλθει, η σιωπή είναι .......
δροσιστική. Αυτή η ερώτηση είναι αποκαλυπτική για τον ίδιο τον άνθρωπο, είναι ένας τρόπος να του πεις: ποιος είσαι;
      
Εκείνος που θα έλεγε: ο Θεός είναι Δημιουργός, Προνοητής, Σωτήρ, επαναλαμβάνει τα κεφάλαια ενός εγχειριδίου, ή δίνει δείγματα μιας θεωρητικής στάσεως, μια διαλεκτικής αποστάσεως ανάμεσα στον Θεό και σ’ αυτόν. Στην περίπτωση αυτή ο Θεός δεν είναι το Παν, που αρπάζει κανείς με πάθος και αυθορμητισμό σε μιαν άμεση παράδοση της αποκαλύψεώς του. 
Ένας από τους πιο αυστηρούς ασκητές, ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, έλεγε ότι θα έπρεπε να αγαπούμε τον Θεό όπως ένας εραστής την ερωμένη του. Ένας ερωτευμένος, ένας παθιασμένος για το αντικείμενό του, θα έλεγε: «Μα, είναι το παν!… είναι η ζωή μου!… δεν υπάρχει τίποτε άλλο!… όλα τα άλλα δεν έχουν καμμιά σημασία, είναι ανύπαρκτα». 
Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, στο κορύφωμα της καταπλήξεώς του, αφήνει απλά να ξεφύγει η φράση του Άσματος: «Συ ον ηγάπησεν η ψυχή μου…».
      
Ο αθεϊσμός δεν αρνείται παρά μιαν ιδεολογία, ένα σύστημα, μια θεωρία, των οποίων ο άνθρωπος τις πιο πολλές φορές έκανε κατάχρηση.  δεν αρνείται την θεία πραγματικότητα, η οποία δεν αποκαλύπτεται παρά μόνο διά της πίστεως.
      
Η πατερική παράδοση παραιτείται από κάθε ορισμό, γιατί ο Θεός είναι πέρα από κάθε ανθρώπινο λόγο: «Παν νόημα… είδωλον Θεού πλάττει και ου Θεόν καταγγέλει», ομολογεί ο άγιος Γρηγόριος. Η λέξη Θεός για τους πατέρες είναι μια κλητική που απευθύνεται στο Άρρητο.
      
Η δυσκολία προκειμένου για τον άνθρωπο δεν είναι μικρότερη. Αυτή έκαμε ήδη τον Θεόφιλο Αντιοχείας να πει: «Δείξον μοι τον άνθρωπόν σου, καγώ σοι δείξω τον Θεόν μου». Το θείο μυστήριο έρχεται να αποκαλυφθεί μέσα στον καθρέφτη του ανθρωπίνου. Ο Απόστολος Πέτρος ομιλεί για τον «κρυπτόν της καρδίας άνθρωπον». Ο κρυπτός Θεόις, ο μυστηριώδης, ο κεκρυμμένος δημιούργησε το άλλο εγώ του: τον κρυπτόν άνθρωπον, άνθρωπο μυστηριώδη. Η πνευματική ζωή αναβλύζει μέσα στους «λειμώνες της καρδιάς», μέσα στους ελεύθερους χώρους της, από τη στιγμή που αυτά τα δύο μυστηριώδη όντα, ο Θεός και ο άνθρωπος, θα συναντηθούν εκεί.
      
«Ως η ομοιότης έχει το αντιστρέφειν, έξει πάντως ούτω και προς τω αγαπάν το ανταγαπάσθαι. ου μείζον πάθημα μεταξύ Θεού και ψυχής έστιν ουδέν», βεβαιώνουν οι μεγάλοι πνευματικοί διδάσκαλοι.
      
«Ου μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπόν μου και ζήσεται». 
Αυτή η βιβλική προειδοποίηση για τους Πατέρες σημαίνει: δεν μπορούμε να δούμε τον Θεό με το φως του λογικού μας. Δεν μπορούμε ποτέ να δώσωμε ορισμό του Θεού, γιατί κάθε ορισμός είναι ένας περιορισμός. 

Και εν τούτοις, «ο Θεός μας είναι περισσότερο οικείος απ’ ό,τι ο ίδιος ο εαυτός μας».
 Σ’ αυτό το επίπεδο τους βάθους, της εκπληκτικής εγγύτητός του, ο Θεός στρέφει το πρόσωπό του προς τον άνθρωπο και του λέγει: «Εγώ ειμί Άγιος». Διαλέγει ανάμεσα στα ονόματά του ακριβώς εκείνο που τον καλύπτει πιο πολύ. Είναι μάλιστα «τρεις φορές Άγιος», κράζουν οι Άγγελοι στον Τρισάγιο ύμνο, τονίζοντας έτσι τον χαρακτήρα τον ασύγκριτο, απόλυτα μοναδικό της θείας Αγιότητος. 
Η σοφία, η εξουσία, ακόμα και η αγάπη, μπορούν να βρουν συγγένειες και ομοιότητες. αντίθετα, μόνο η αγιότητα δεν έχει αναλογία εδώ κάτω, δεν είναι δυνατόν ούτε να μετρηθεί ούτε να συγκριθεί με καμμιά πραγματικότητα αυτού του κόσμου. Μπροστά στην φλεγομένη βάτο, έναντι στην καταλυτική του Μόνου Οσίου, κάθε ανθρώπινο δεν είναι παρά «γη και σποδός». 

Γι’ αυτό, μόλις η αγιότητα του Θεού φανερώνεται, αυτή η αγιοφάνεια προκαλεί αμέσως τον ιερό τρόμο, το ακατανίκητο αίσθημα του «εντελώς άλλου». Δεν είναι καθόλου φόβος του αγνώστου, αλλά ένας μυστικός τρόμος, πολύ χαρακτηριστικός, ο οποίος συνοδεύει κάθε εκδήλωση του θείου: «και τον φόβον αποστελώ ηγούμενόν σου», λέει ο Θεός. ή ακόμη: «λύσε το υπόδημα εκ των ποδών σου. ο γαρ τόπος, εν ω έστηκας, γη αγία εστίν».
      
Έχοντας οριοθετήσει έτσι τις αδιάβατες αβύσσους, ο Θεός αποκαλύπτει ευθύς το μυστηριώδες ταίριασμά τους: «άβυσσος άβυσσον επικαλείται». Ο φιλάνθρωπος Θεός υπερβαίνει την ίδια του υπερβατικότητα για τον άνθρωπο, τον τραβά από το μηδέν του και τον καλεί με την σειρά του να υπερβεί την ενδοκοσμικότητά του προς τον Άγιο. Ο άνθρωπος μπορεί να το κάνει, διότι ο Άγιος θέλησε να πάρει την δική του μορφή. Πολύ περισσότερο, ο «Ανήρ οδύνης» μας κάνει να δούμε τον «Άνδρα επιθυμιών»: τον αιώνιο Μαγνήτη, που μαγνητίζει κάθε αγάπη και εισδύει μέσα μας για να μπορέσουμε να ανα-ζήσωμε εν αυτώ. Λέει σε κάθε ψυχή: «Θες με ως σφραγίδα επί την καρδίαν σου, ως σφραγίδα επί τον βραχίονά σου. ότι κραταιά ως θάνατος αγάπη… περίπτερα αυτής περίπτερα πυρός, φλόγες αυτής».
      
Γι’ αυτό η Γραφή τονίζει, «άγιοι έσεσθε, ότι άγιος εγώ». Και όταν ο Πέτρος θέλει να καθορίσει τον σκοπό της χριστιανικής ζωής, ομιλεί για την συμμετοχή στην αγιότητα του Θεού. επίσης ο Παύλος, ομιλώντας στους Χριστιανούς, απευθύνεται στους «αγίους» της Ρώμης ή της Κορίνθου. Ο Απόστολος θα απευθυνόταν άραγε ακόμη και σήμερα στους «αγίους» των Παρισίων ή του Λονδίνου και ο σύγχρονος πιστός  θα αναγνώριζε τον εαυτό του σ’ αυτούς;
      
Μόλις μιλούμε για την αγιότητα, προκαλείται μια ψυχολογική εμπλοκή. Σκεπτόμαστε τους γίγαντες του παρελθόντος, ερημίτες και στυλίτες, τους μεν χωμένους μέσα στα σπήλαιά τους, του δε κουρνιασμένους πάνω στο στύλο τους, σε βαθμό που αυτοί οι «πεφωτισμένοι», οι «ισάγγελοι», δεν φαίνεται να είναι πλέον εκ του κόσμου τούτου. 

Η αγιότητα μοιάζει ξεπερασμένη, σαν να ανήκει στο παρελθόν, που έγινε ξένο, απροσάρμοστο στις διακεκομμένες μορφές, στον σπασμένο ρυθμό της σύγχρονης ζωής. Ένας στυλίτης σήμερα δεν προκαλεί καν την περιέργεια, αλλά προκαλεί την ερώτηση: τι χρειάζεται; Ένας άγιος δεν είναι πια παρά ένα είδος γιόγκι ή, πιο ωμά, ένας άρρωστος, ένας απροσάρμοστος, εν πάση περιπτώσει ένα άχρηστο ον.
      
Ο κόσμος χάνει στα μάτια μας τον ιερό του χαρακτήρα, χωρίς μάλιστα να συναντά αντίσταση. Το ιερό άλλοτε ήταν ένα σημείο σχηματισμένο από την ύλη αυτού του κόσμου, αναφέροντάς την στο «εντελώς άλλο», μεταφράζοντας αυτό το «εντελώς άλλο», δίνοντας μαρτυρία για την παρουσία του δια μέσου αυτού του σημείου. 

Αλλά αυτό το «εντελώς άλλο», ομιλεί στον σημερινό άνθρωπο; 

Το υπερβατικό γι’ αυτόν δεν υπερβαίνει πλέον τίποτε, έχασε κάθε ανταπόκριση προς το πραγματικό, είναι ανύπαρκτο. Πόσο χαρακτηριστική αυτής της ωμής διαπιστώσεως είναι η πρόσφατη εμφάνιση μιας μορφής αθεϊσμού οργανικού και φυσικού! Χωρίς καθόλου να παρουσιάζεται σαν μια νεύρωση του πολιτισμού, φαίνεται μάλλον να εκφράζει μια κάποια υγεία, μια φυσική κατάσταση, που στερείται από κάθε μεταφυσική ανησυχία, που απασχολείται εξολοκλήρου με τη ζωή αυτού του κόσμου, που έχει αναισθητοποιηθεί έναντι του θρησκευτικού. Μια τέτοια «εγκοσμιότης», ένας τέτοιος σκεπτικισμός, χαμογελαστός και χωρίς απάτες, δεν χτυπά τίποτε, αλλά και δεν θέτει πια κανένα πρόβλημα για τον Θεό. Το να είσαι σήμερα έξυπνος σημαίνει να τα καταλαβαίνεις όλα αλλά και να μην πιστεύεις τίποτε.
      
Στην καλύτερη περίπτωση, αυτή η στάση περιορίζει ευγενικά την αγιότητα στα μοναστήρια, μακρυά από τον κόσμο των ανθρώπων, πράγμα που σημαίνει ότι η πνευματική ζωή δεν ενδιαφέρει καθόλου τον σύγχρονο άνθρωπο. την θεωρεί σαν ένα αντικείμενο μη χρησιμοποιήσιμο, που τον δυσχεραίνει, κατάλληλο δε να πάρει τη θέση στις αποθήκες της ιστορίας.
      
Αλλά υπάρχει και το άλλο! Ακόμη και μέσα στα κονφορμιστικά περιβάλλοντα της καθιερωμένης θρησκείας, προπαντός ίσως σ’ αυτά, το θρησκευτικό προκαλεί μέσα σε μιαν ειλικρινή ψυχή ένα άμεσο ανακλαστικό ανίας.
      
…Υπάρχει επίσης η μετριότητα των «καλώς σκεπτομένων», που παίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους, επιβάλλουν την νοοτροπία τους. μια νοοτροπία φτιαγμένη από οικοδομητικούς λόγους και από ομιλίες, των οποίων οι κούφιες φράσεις εκθέτονται εν μέσω του παγκοσμίου πληθωρισμού λόγων… Μια θρησκευτική ζωή βαλμένη μέσα στη ζωή του σπιτιού, της κοινωνίας, του κράτους προσφέρει μια εντύπωση ελάχιστα ελκυστική. Το διανοητικό της περιεχόμενο τοποθετείται πολύ χαμηλά, στο απλοϊκό επίπεδο των ξεπερασμένων εγχειριδίων με τις περιορισμένες ιδέες και την απαράδεκτη απολογητική. 
Σε παγκόσμια κλίμακα τα παραπάνω αποτελούν ένα τεράστιο κοινωνικό εμπόδιο, που ενισχύει τις κυριαρχούσες ιδεολογίες, τις εχθρικές ή αδιάφορες για την θρησκεία. Εν τούτοις η αποκάλυψη δεν αφορά τον άνθρωπο μόνο του, και το θαύμα της ενυπάρχουσας τιμωρίας πραγματοποιείται πάντοτε. 

Στο φως μιας σοβαρής αναλύσεως ανακαλύπτουμε πολύ γρήγορα ότι, όντας πολύ κοντά μεταξύ τους, λόγω της θεμελιώδους ανεπάρκειάς τους, λόγω της μεταφυσικής φτώχειας των αντίστοιχων θεωρήσεών τους, ο ξεπερασμένος θρησκευτικός και ο προχωρημένος άθρησκος συναντώνται, σταλμένοι αδικαίωτοι και οι δυο, μέσα σε μιαν ενδοκοσμιότητα κλεισμένη στον εαυτό της.       

ΠΑΥΛΟΥ ΕΥΔΟΚΙΜΟΦ

Δεν υπάρχουν σχόλια:





ΚΑΡΠΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΩΣ ΠΑΘΗ
ΕΓΩΙΣΜΟΣ




Αγάπη
Φόβος

Προπέτεια
Χαρά
Θυμός

Περιαυτολογία
Ειρήνη
Στεναχώρια

Έπαινος περιβάλλοντος
Μακροθυμία
Αντιλογία

Δικαιολογία
Χρηστότης
Πονηρία

Παράπονο
Αγαθοσύνη
Υλοφροσυνη
Επιδεικτικότητα
Πίστις
Άγνοια λόγου

Ευθιξία
Πραότης



Εγκρατια